Η ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητα) είναι μία από τις συχνότερες νευροαναπτυξιακές διαταραχές στην παιδική ηλικία, με παρουσία σε περίπου 5% των μαθητών. Παρά την ένταξή της στο φάσμα της Ειδικής Αγωγής, οι περισσότεροι μαθητές με ΔΕΠΥ φοιτούν σε γενικές τάξεις, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί επίσημη διάγνωση ή ενημέρωση του εκπαιδευτικού. Το αποτέλεσμα; Συμπεριφορές που θα μπορούσαν να ενταχθούν στο φάσμα της ΔΕΠΥ, συχνά παρερμηνεύονται ως “αταξία”, “ανυπακοή” ή “τεμπελιά”.
Αναγνωρίζω ή Μπερδεύω;
Οι εκπαιδευτικοί είναι συνήθως οι πρώτοι που θα έρθουν αντιμέτωποι με ενδείξεις υπερκινητικότητας, παρορμητικότητας ή απροσεξίας. Ωστόσο, οι μελέτες δείχνουν ότι ενώ αναγνωρίζονται κάποια χαρακτηριστικά της ΔΕΠΥ, η βαθύτερη γνώση –αιτίες, συνέπειες, στρατηγικές υποστήριξης– συχνά απουσιάζει. Σύμφωνα με ελληνική μελέτη (Galanis et al., 2020), οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν πώς εκδηλώνεται η ΔΕΠΥ, αλλά δυσκολεύονται να κατανοήσουν τι τη προκαλεί ή πώς πρέπει να παρέμβουν. Επιπλέον, η σύγχυση ανάμεσα στην “ζωηρότητα” και την παθολογική υπερκινητικότητα παραμένει έντονη.
Σε πολλές περιπτώσεις, ο απρόσεκτος μαθητής θεωρείται απλώς “αδιάφορος”, ενώ ο παρορμητικός αντιμετωπίζεται ως “ταραχοποιός”. Η ελλιπής επιμόρφωση οδηγεί σε λάθος διαχείριση της συμπεριφοράς και, κατ’ επέκταση, σε αρνητική σχολική εμπειρία για το παιδί.
Η Αντίδραση του Εκπαιδευτικού στην Πράξη
Τι συμβαίνει, όμως, όταν ο εκπαιδευτικός δεν γνωρίζει ότι έχει απέναντί του ένα παιδί με ΔΕΠΥ; Συχνά η πρώτη αντίδραση είναι πειθαρχικού χαρακτήρα: συστάσεις, αλλαγή θέσης, απομόνωση ή και ειρωνική απόδοση χαρακτηρισμών μπροστά στους συμμαθητές (“Ο Γιάννης πάλι πετάει χαρταετό”). Όλες αυτές οι αντιδράσεις επιδεινώνουν τη χαμηλή αυτοεκτίμηση που ήδη χαρακτηρίζει πολλά παιδιά με ΔΕΠΥ.
Σε άλλες περιπτώσεις, υπάρχει υπερβολική ελαστικότητα. Ο εκπαιδευτικός, αντιλαμβανόμενος ότι “κάτι συμβαίνει”, δεν θέτει όρια από φόβο μήπως “κάνει λάθος”. Κι όμως, αυτό μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις από τους υπόλοιπους μαθητές ή γονείς, δημιουργώντας ένα κλίμα άνισης αντιμετώπισης.
Τι Χρειάζεται Πραγματικά
Η ΔΕΠΥ δεν απαιτεί “ειδικό σχολείο”, αλλά μια τάξη που προσαρμόζεται – όχι δραματικά, αλλά έξυπνα. Μικρές στρατηγικές, όπως διαλείμματα κίνησης, ξεκάθαρες οδηγίες, χρήση χρονομέτρων ή ανάθεση υπευθυνότητας, μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά τη συγκέντρωση και τη συμπεριφορά των παιδιών με ΔΕΠΥ. Πάνω απ’ όλα όμως, χρειάζεται επιμόρφωση. Όπως έχει δείξει η μελέτη του Grigoropoulos (2023), οι εκπαιδευτικοί που έχουν παρακολουθήσει προγράμματα ειδικής αγωγής είναι σαφώς πιο εξοπλισμένοι να αναγνωρίσουν και να υποστηρίξουν ένα τέτοιο παιδί.
Εξίσου σημαντική είναι και η συνεργασία με τους γονείς και τον σχολικό ψυχολόγο. Ένας δάσκαλος που θέτει εύστοχα ερωτήματα ή επισημαίνει συγκεκριμένα περιστατικά, μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για έγκαιρη διάγνωση και ουσιαστική υποστήριξη.
Συμπέρασμα
Η ΔΕΠΥ δεν είναι “μια ταμπέλα”· είναι μια πρόκληση που, αν αναγνωριστεί και αντιμετωπιστεί σωστά, μπορεί να μετατραπεί σε δύναμη. Ένας “ζωηρός” μαθητής μπορεί να γίνει δημιουργικός, όταν καταλάβουμε το πώς σκέφτεται. Ο εκπαιδευτικός είναι ο πρώτος κρίκος – κι αν αυτός “δει” πίσω από τη συμπεριφορά, τότε ολόκληρη η σχολική κοινότητα γίνεται πιο συμπεριληπτική.
📚 Πηγές
- Galanis, P., Tsakalaki, E., & Theodorou, M. (2020). Knowledge and attitudes of teachers toward ADHD in Greek primary schools. International Journal of Caring Sciences, 13(2), 1132-1141.
- Kakouros, E., Maniadaki, K., & Papaeliou, C. (2004). How Greek teachers perceive school functioning of pupils with ADHD. Emotional & Behavioural Difficulties, 9(2), 119–131.
- Grigoropoulos, I. (2023). Γνώσεις και αντιλήψεις εκπαιδευτικών για μαθητές με ΔΕΠΥ. Ελληνική Επιθεώρηση Ειδικής Αγωγής και Ενταξιακής Εκπαίδευσης
Τυροπλάκη Ειρήνη
Ψυχολόγος
Συμβουλευτική Γονέων
Τηλ.: 6944982680